Γεννήθηκα το 1946 στη Θεσσαλονίκη, στο "Ρωσικό" Νοσοκομείο, μετέπειτα "Λαϊκό". Ίσως γι' αυτό με διακατέχει ένα φιλορωσικό αίσθημα (φαν Ταρκόφσκι) και ένα κόλλημα στα λαϊκά κινήματα. Στο νοσοκομείο αυτό διετέλεσε επί δεκαετίες πρόεδρος ο θείος μου Βράκας. Φανατικός και συνεπέστατος εργένης, τη συνέπεια του οποίου παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου, στάθηκε αδύνατον να κρατήσω.

Τα πρώτα μου Χρόνια τα πέρασα στο "Ιπποδρόμιο" στο σπίτι του παππού μου εκ μητρός και πολύγλωσσου μπακάλη, Νικολάου Μίχου, που μνημονεύει και ο καθηγητής μου Τομανάς σε βιβλίο του για την παλιά Θεσσαλονίκη. Και τον παππού μου αυτόν, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες, στάθηκε αδύνατον να μοιάσω, και στην ευχέρεια να μιλά ξένες γλώσσες (Σέρβικα, Αρμένικα, Βουλγάρικα, Τούρκικα, Εβραϊκά) και στην τσιγκoυνιά.

Απέναντι από το μπακάλικο του παππού ήταν η Σέρβικη Εκκλησία. Το "Οικονομικό ντόπιο κατεστημένο" τη δεκαετία του 50 λόγω της Τιτοικής-κομμουνιστικής σχέσης, θεώρησε καλό να τη γκρεμίσει και να χτίσει πολυκατοικία. Έτσι νωρίς αντιλήφθηκα ότι ο εσταυρωμένος θα διώκεται πάντα από τους γραμματείς και φαρισαίους, με την ανοχή των Ποντίων Πιλάτων. Γύρω στο 50 μετακομίσαμε (δε χωρούσαμε πια όλοι στο σπίτι του παππού) στη Διαλέτη νο 1, ακριβώς εκεί που βρίσκεται σήμερα ο Κωτσόβολος. Απέναντί του ήταν η Αρμένικη Εκκλησία με την αυλή της. Ο Παπάς της μας έλεγε ότι η Αρμενία ήταν το πρώτο Χριστιανικό κράτος. Έτσι πολύ νωρίς συνειδητοποίησα ότι Ελλάδα και χριστιανισμός δεν είναι ταυτόσημα πράγματα. Η Αρμένικη εκκλησία, παρόλο που και αυτή είχε σχέση με την Σοβιετική Αρμενία, γλίτωσε από το γκρέμισμα μετά τη σθεναρή αντίσταση των θεσσαλονικέων Αρμενίων, Η αυλή της όμως δεν γλίτωσε. Που να γλιτώσει που της έτυχε να βλέπει στην οδό Τσιμισκή.

Στο Γ' γυμνάσιο που πήγαινα κάθε μέρα, έβλεπα, αφού περνούσα τα εβραϊκά μνήματα, το Νεκροταφείο της "Ελληνορθόδοξης πίστης" μας... Δυστυχώς, η μισαλοδοξία μας χωρίζει και τους τάφους μας ακόμα.

Το σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ τόβλεπα κάθε μέρα από την αυλή του γυμνασίου και σκεφτόμουν ότι για να κυβερνήσεις και την Τουρκία ακόμη πρέπει να γεννηθείς πλούσιος. φουσκώνοντας έτσι τα εφηβικά μου αριστερά ένστικτα.

Φοιτητές στο πανεπιστήμιο αποφασίσαμε με το φίλο μου Θόδωρο Βραγγάλα να βάλουμε μια μαύρη σημαία στην Ιατρική Σχολή του πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης. Το Πρώτο βράδυ θα κατοπτεύαμε και το δεύτερο θα γινόταν η έπαρση. Το πρώτο βράδυ μας πιάσανε και συνοδεία του Μήτσου (γιου του στρατηγού) μετήχθημεν στην οδό Βαλαωρίτου. Έτσι ήθελα δεν ήθελα παραδέχτηκα το αστυνομικό δαιμόνιο του πουλιού της ''Επανάστασης''. Ο Εθνικός μας στρατός για να ανταμείψει την απόπειρά μου αυτή με τίμησε (πτυχιούχος ον) αναθέτοντάς με να φυλάω σκοπιά επί 30 μήνες. Και εγώ με τη σειρά μου άσκησα τα αντιστασιακά μου καθήκοντα ξεκινώντας από τη θητεία μου ένα σφοδρό έρωτα που διήρκησε επί τετραετία, (Όσο και ο βίος του εκλεγμένου κοινοβουλίου κατά το Σύνταγμα), με την Άννυ από την Αυστρία, στέλεχος της Siemens και από τις ομορφότερες γυναίκες της Θεσσαλονίκης. Ο καλός θεός με έσωσε και καθυστέρησε να βγάλει το "Αχ. Αννούλα του χιονιά". Έτσι γλίτωσα το χαρακίρι στη σκοπιά.

Α! Από τον άλλο παππού (που έχω και το όνομά του), γεννηθείς το 1860 περίπου. Όταν πιτσιρικάς τον ρώτησα για το 21 και τον Κολοκοτρώνη πήρα την απάντηση: "Καβάλα παν' στην εκκλησιά καβάλα προσκυνάνε". Έτσι πολύ νωρίς μυήθηκα στις θρησκευτικές ορθόδοξες αντιλήψεις των παππούδων μου. Ο παππούς Μιχάλης ήπιε κρασί στο σπίτι του με τον Παύλο Μελά, που τα πεθερικά του καταγόταν από το διπλανό χωριό το Βογατσικό. Το χωριό της μάνας μου. Στο χωριό της μάνας μου καμαρώνανε στο σπίτι του Δραγούμη και πιτσιρικάς σκεφτόμουν ότι οι πλούσιοι ούτε σε ανταρτοπόλεμο αφήνουνε φτωχός να γίνει αρχηγός. Γύρω στο 1950 όταν πήγαινα στο χωριό και άρχιζα να καταλαβαίνω τι μου λεν, συνεχώς άκουγα όταν με κοιτούσαν 'Αχ ο Μιχάλης, αχ ο Μιχαλάκης". Και αφού δεν είχα τίποτε που να δικαιολογεί αυτό το ύφος, βάλθηκα να ρωτάω. 'Ύστερα από κάποια χρόνια έμαθα. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου για να συμβάλει στην εθνική συμφιλίωση το στρατοδικείο έστειλε στο απόσπασμα το πρώτο μου εξάδελφο και συνονόματο. ηλικίας 17 ετών, Μιχάλη Θ. Μιχάλακα. Α! ο παππούς μου είχε την τύχη να συναντήσει στο τέλος του εμφυλίου πολέμου με τα πρόβατά του στο νότιο Βίτσι (εκεί και το χωριό μας το Κωστοράζι) μια ομάδα κομμουνιστών. Αυτοί εφαρμόζοντας την κοινοκτημοσύνη κατά το δοκούν θεώρησαν καλό να πάρουν όλο το κοπάδι και να αφήσουν ημιθανή τον παππού. θεωρώντας τον νεκρό.

Αιτία; Η παρατήρηση του παππού, που ως βασιλόφρων (για το βασίλειο της Ελλάδας πολέμησε με το Παύλο Μελά) τους είπε: "Τέτοιο βασίλειο θέλετε να κάνετε;" και ότι ο Γιαγκούλας, ο Μπαμανιάς. ο Φορφόλιας. ήταν καλύτεροι αφού όταν τον συναντούσαν του ζητούσαν ευγενικά κάποια αρνιά για να φάνε (και μαζί τα τρώγανε). Α! ποτέ δεν άκουσα παράπονο από τον παππού. Από τότε θαυμάζω τους βασιλικούς που ποτέ δε γκρινιάζουν. Θα μου πείτε που να προλάβουν να πάρουν την γκρίνια από τα χέρια του Κ.Κ.Ε. Και ποτέ δε μίλησε για το χρυσό αριστείο ανδρείας που πήρε ο γιος του ο Ζήσης (ο πατέρας μου) στο "Αλβανικό". Έτσι συνειδητοποίησα ότι κάθε πατέρας βλέπει το γιο του σαν παιδί. Τέλος ευχαριστώ de profundis τη μητέρα μου... Η σιωπηρά της καλοσύνη υπήρξε το θερμοκήπιο των δημοκρατικών μου ιδεών.

Υ.Γ.: Το τείχος δεν έπεσε. Το γκρεμίσαμε!